Σημαντικές υπήρξαν και κατά τη δεύτερη δεκαετία λειτουργίας του Βαφοπούλειου Πνευματικού Κέντρου οι εικαστικές εκδηλώσεις. Δόθηκε προς χρήση και ο δεύτερος χώρος στον 5° όροφο κι έτσι, στις δύο πλέον μεγάλες αίθουσες, φιλoξενήθηκε ένας μεγάλος αριθμός καλλιτεχνών, που υπηρετούν διάφορους τομείς τέχνης, όπως, ζωγραφική, γλυπτική, χαρακτική, κατασκευές, εγκαταστάσεις, φωτογραφία και άλλα. Έλληνες δημιουργοί, καταξιωμένοι και νεώτεροι, παρουσίασαν το έργο τους, αναδρομικού χαρακτήρα ή πρόσφατο, προσφέροντας τη δυνατότητα στο κοινό της πόλης, τους επισκέπτες της και τα σχολεία, μέσα από εκπαιδευτικά προγράμματα, να γνωρίσουν τάσεις και καλλιτεχνικές τεχνοτροπίες, ποικιλόμορφους τρόπους προσέγγισης πλήθους θεμάτων και ιδεών.
Όλες οι εκθέσεις συνοδεύτηκαν από καταλόγους, με βιογραφικά σημειώματα, κριτικά κείμενα και εικόνες των έργων των εκθετών καλλιτεχνών, δημιουργώντας έτσι ένα πλούσιο αρχείο εκδόσεων, προσιτό σε κάθε ενδιαφερόμενο μελετητή.
Χάρη στις δωρεές ενός ή περισσοτέρων έργων των συμμετεχόντων, από την αρχή ακόμα της λειτουργίας του Βαφοπουλείου, δημιoυργήθηκε μια αξιοσημείωτη συλλoγή έργων τέχνης, γεγονός που oδήγησε στην απόφαση της μόνιμης έκθεσής της σε δύο χώρους 6ου ορόφου του κτιρίου, διαμορφωμένους με τις καλύτερες δυνατές συνθήκες.
Τη συλλογή της Πινακοθήκης του Βαφοπουλείου, λόγω του τρόπου με τον' οποίο συγκροτήθηκε, χαρακτηρίζει ποικιλία εκφραστικών τύπων και ποιοτικές διαβαθμίσεις. Και είναι φυσικό, καθώς προέρχεται μόνο από δωρεές, με αποτέλεσμα και ο χαρακτήρας της να είναι αποσπασματικός. Ιδιαίτερος και ενδεικτικός ωστόσο, γιατί καταγράφει τον πλουραλισμό των εκθεσιακών δραστηριοτήτων και τους στόχους του Κέντρου να ενισχύσει και να προβάλλει, τόσο το δυναμικό των Θεσσαλονικέων, όσο και εκείνων των καλλιτεχνών που εργάζονται σε άλλες περιοχές της Ελλάδας.
Η συλλoγή, άγνωστη ακόμα στο ευρύ κοινό, καλύπτει μέρος της σύγχρονης εικαστικής δημιουργίας. Αρκετοί από τους καλλιτέχνες που την εκπροσωπούν με έργα τους, έχουν διαγράψει μια μακρόχρονη και ιδιαίτερα σημαντική πορεία στον τομέα τους, όχι μόνο στον ελλαδικό χώρο αλλά και το εξωτερικό, ενώ οι προσπάθειες πολλών από τους νεώτερους στα δρώμενα της τέχνης, αποτελούν αξιόπιστα δείγματα δουλειάς, θετικά βήματα στη σύγχρονη εικαστική πραγματικότητα.
Η συνύπαρξη των έργων των παλαιότερων με των νέων, ως εικόνα συνόλου, παρέχει τη δυνατότητα για μορφολογικές αναλογίες, για ανιχνεύσεις που θα δώσουν το έναυσμα, για να ιδωθούν παραλλαγές και εξελίξεις διαφόρων τάσεων στη ζωγραφική, κυρίως ακόμα και σε περιπτώσεις που τα έργα των νεώτερων παρουσιάζουν αδυναμίες στη διατύπωση. Άλλωστε το σύνολο της συλλογής δίνει στοιχεία για τις αισθητικές προτιμήσεις ενός κοινωνικού χώρου, σε συγκεκριμένες περιόδους. προσφέροντας τη δυνατότητα να διαπιστωθούν τόσο οι θεωρητικές όσο και οι ιδεολογικές επιλογές, όπως και οι αντιπαραθέσεις ιδεών, που και αυτές διαμορφώνουν, στο χρόνο, την ελληνική τέχνη του καιρού μας.
Αν και τα περισσότερα έργα δε φέρουν τίτλο, είναι προφανές ότι περιστρέφονται σε θέματα γύρω από την ανθρώπινη μορφή, το περιβάλλον, φυσικό και αστικό, τη νεκρή φύση. Στην υφολογική τους ποικιλία, ανάλογα με το πώς ο κάθε καλλιτέχνης συλλαμβάνει το θέμα, θέλοντας να προβάλλει τις σημειολογικές του κατευθύνσεις και αναφορές, όσο και στη λειτουργική χρήση και εκμετάλλευση των υλικών μέσων, συνίστανται οι διαφορές,. που καθορίζουν και το προσωπικό αισθητήριο, με όλες τις κορυφώσεις ή αδυναμίες του.
Ελάχιστα αλλά ενδεικτικά είναι τα έργα καλλιτεχνών που εκλείπουν μια ελαιογραφία του Πολύκλειτου Ρέγκου, με άποψη της παλιάς πόλης και τα κάστρα της, ένα σχέδιο και ένα λάδι του Γιώργου Γουναρόπουλου, με θέμα τη γυναικεία μορφή, ένα υπαιθριστικό τοπιογραφικό σχέδιο του Βρασίδα Τσούχλου, μια αφηρημένη σύνθεση του Νίκου Σαχίνη, μια επίσης αφηρημένη σύνθεση του Όμηρου Γεωργιάδη, ένα μολυβοσχέδιο του Γιαννούλη Χαλεπά με σπουδές αγαλματικών τύπων, μια ελαιογραφία αφηρημένου εξπρεσιονισμού του Βρασίδα Βλαχόπουλου.
Λιγοστά είναι και τα έργα μεγαλύτερων, ηλικιακά, καλλιτεχνών, που δίδαξαν n ακόμα διδάσκουν στις Σχολές Καλών Τεχνών Αθήνας και Θεσσαλονίκης και στο Πολυτεχνείο τρία χαρακτικά δοκίμια του Παναγιώτη Τέτση - μία προσωπογραφία και δύο αναφορές σε νησιώτικα τοπία, μια σύνθεση του Γιώργου Κονταξάκη μικτής τεχνικής, ένα πολλαπλό σχέδιο του Βαγγέλη Δημητρέα, με αφορμή ένα δέντρο, ένα πορτρέτο του Χρόνη Μπότσογλου, φιλοτεχνημένο με λάδι.
Με λίγα έργα, αφηρημένων διατυπώσεων, εκπροσωπούνται και νεώτεροι καθηγητές, που υπηρετούν στις προαναφερόμενες σχολές, όπως ο Γιώργος Λαζόγκας, ο Γιώργος Μήλιος και ο Γιάννης Φωκάς.
Καλλιτέχνες με πολυετή δράση και ήθος στους τομείς που επέλεξαν, ο Κωνσταντίνος Ανδρέου, ο Σωτήρης Ζερβόπουλος, ο Φώνης Ζογλοπίτης, ο Κώστας Λούστας, ο Σαράντης Καραβούζης, n Νίκη Καναγκίνη, δίνουν το παρόν τους με έργα της καλλιτεχνικής τους ωριμότητας, δηλωτικά των μορφοπλαστικών επιλογών, που με συνέπεια ακολουθούν εδώ και πολλά χρόνια.
Τα περισσότερα έργα ανήκουν σε νεώτερους καλλιτέχνες. Η δομική σύσταση των θεμάτων τους παραπέμπει σε εξπρεσιονιστικές γραφές, σε παραμoρφωτικούς συσχετισμούς n περίτεχνους γραφισμούς, σε επιθέσεις ποικίλων υλικών πάνω στη ζωγραφική επιφάνεια, που εν μέρει απλοποιούν την απόδοση της εικόνας, ουσιαστικά όμως συνιστούν τη συμβολική προέκταση των ιδεών τους.
Έργα των Δημήτρη Ξόνογλου, Παύλου Βασιλειάδη, Γιώργου Ξένου, Θανάση Παπιώτη, Έλλης Χρυσίδου, Γιώργου Κουβάκι, Γιώργου Χατζάκη, Γιώργου Διβάρη, Τζένης Λεοντιάδου - Τζαμτζή, Ρούλας Ακαλέστου, Καίτης Θεοδώρου, Βάσως Κυριάκη, Ρηνιώς Μουρέλου, Κώστα Κοντογιάννη, Τάκη Στεφάνου, κ.α., εκφρασμένα μέσα από μυστικές διαδρομές και πλήθος συναισθηματικών φορτίσεων πλαισιώνουν τη συλλογή και, με τη διαφορετικότητά τους την εμπλουτίζουν, διευρύνοντας την εικόνα της.
Στο σύνολό της n συλλογή καλύπτει ποικίλες εκδοχές σύγχρονων αναζητήσεων, σημειολογικές βουλήσεις που καθορίζουν αισθητικές και τεχνικές απόψεις και, κυρίως, γεννά μνήμες, αν ανατρέξει κανείς στη κάθε περίπτωση ξεχωριστά, και θυμηθεί το πέρασμα των δημιουργών που την εκπροσωπούν, από το Βαφοπούλειο, τη γόνιμη συνεργασία και τις προσδοκίες τους για την αποδοχή του πολιτιστικού τους έργου.
Έλλη Καπλάνη Κοκκίvn
lστορικός, Κριτικός Τέχνης