Αναζήτηση

Δήμος Θεσσαλονίκης - Αρχική Σελίδα | Νέο Δημαρχιακό Μέγαρο | Το Δημαρχείο Θεσσαλονίκης - Ιστορικό
Το Δημαρχείο Θεσσαλονίκης - Ιστορικό

Νέο Δημαρχιακό Μέγαρο

Καταγραφή των εγκαταστάσεων του δημαρχιακού μεγάρου Θεσσαλονίκης, από την ίδρυση του Δήμου Θεσσαλονίκης, μέχρι τις μέρες μας.

Υπεύθυνος για την καταγραφή: Αν. Στεφανίδης, ερευνητής Κ.Ι.Θ.

Το Δημαρχείο Θεσσαλονίκης

Ο Δήμος Θεσσαλονίκης ιδρύθηκε το 1869, στο πλαίσιο των προσπαθειών της οθωμανικής αυτοκρατορίας για την εισαγωγή καινοτόμων διοικητικών θεσμών της Ευρώπης στην παραπαίουσα οθωμανική διοίκηση. Δεν είναι γνωστές οι πρώτες υποτυπώδεις εγκαταστάσεις του Δήμου Θεσσαλονίκης, αργότερα όμως, προς τα τέλη του 19ου αιώνα, στεγάστηκαν σε ένα κτίριο που βρισκόταν πίσω από το τέμενος Χαμζά Μπέη (Αλκαζάρ), λίγο πιο πάνω από την οδό Εγνατία, στη σημερινή Ίωνος Δραγούμη, στην απέναντι γωνία από το ξενοδοχείο Μεγάλη Ρωσία.

Το Δημαρχείο Θεσσαλονίκης (δεξιά) το 1917, μετά την πυρκαγιά που κατέστρεψε το μεγαλύτερο μέρος του κέντρου της πόλης. Το Δημαρχείο βρισκόταν στην οδό Μ. Αλεξάνδρου, στη σημερινή Ίωνος Δραγούμη, στη γωνία του 2ου τετραγώνου, επάνω από την οδό Εγνατία. Από το αρχείο της Μ. Ζαβιτσιάνου.Επρόκειτο για ένα απλό διώροφο κτίριο στο οποίο στεγάζονταν, στο ισόγειο (ημιυπόγειο), η υπηρεσία Μέτρων και Σταθμών, η υπηρεσία υγιεινής με ένα υποτυπώδες ιατρείο και φαρμακείο και η υπηρεσία αποθηκών για τον πετρελαιοφωτισμό και σημαιοστολισμό των οδών, στον 1ο όροφο βρίσκονταν τα γραφεία Δημάρχου, Γενικού Γραμματέα και Ταμία, ενώ η αίθουσα του Δημοτικού Συμβουλίου ήταν στο 2ο όροφο. Το κτίριο ήταν στην τότε οδό Δημαρχίας (Belediye στα τουρκικά), η οποία, μετά την απελευθέρωση της πόλης, μετονομάστηκε σε Μεγάλου Αλεξάνδρου και αργότερα, μετά την ισχύ του νέου σχεδίου πόλεως, σε Ι. Δραγούμη.

Η φωτιά του Αυγούστου του 1917 κατέστρεψε το μεγαλύτερο μέρος του ιστορικού κέντρου της πόλης, κατέκαυσε το κτίριο του Δημαρχείου και συγχρόνως αποτέφρωσε ολοσχερώς και το πολύτιμο δημοτικό αρχείο. Έκτοτε, άρχισε μια μεγάλη περιπλάνηση για το Δήμο Θεσσαλονίκης και οι δημοτικές υπηρεσίες στεγάστηκαν, προσωρινά πάντοτε, σε διάφορα κτίρια. Αμέσως μετά τη φωτιά, οι υπηρεσίες του Δήμου στεγάστηκαν προσωρινά στο κτίριο του Παρθεναγωγείου Δούκα, ιδιοκτησίας της οικογένειας του δημάρχου Θεσσαλονίκης Κωνσταντίνου Αγγελάκη, στη γωνία των οδών Εθνικής Αμύνης και Μανουσογιαννάκη, για να μπορέσουν να αντιμετωπίσουν τις συνέπειες της μεγάλης καταστροφής. Το κτίριο του ξενοδοχείου Μ. Βρετανία, στην οδό Εγνατίας, λίγο μετά την Ίωνος Δραγούμη, όπου στεγάστηκε το Δημαρχείο Θεσσαλονίκης την περίοδο 1927-1931.Δεν είναι γνωστό που μετακόμισε μετά το δημαρχιακό μέγαρο, όμως στα τέλη της δεκαετίας του 1920, το βρίσκουμε στην οδό Εγνατίας, λίγο μετά την Ι. Δραγούμη, στο κτίριο του ξενοδοχείου Μ. Βρετανία, (στο κτίριο της Βυζαντινής Στοάς), ιδιοκτησίας Αδάμ Λαδένη, Ι. Τσαλικίδη και αδερφών Σωκράτη και Κωνσταντίνου Πετρίδη. Το δημαρχείο Θεσσαλονίκης στεγάστηκε εκεί, από το 1927 μέχρι το 1931, όταν οι δημοτικές υπηρεσίες θα μετεγκατασταθούν και πάλι στην Εθνικής Αμύνης, στις ιδιοκτησίες της οικογένειας Αγγελάκη. Αυτή τη φορά, το δημαρχιακό μέγαρο εγκαταστάθηκε σε ένα συγκρότημα από 3 οικίες, στους αύλιους χώρους των οποίων υπήρχαν και διάφορα παραπήγματα. Στους χώρους αυτούς, όπου σήμερα είναι το κτίριο της Σχολής Τυφλών Φάρος, παρέμεινε το δημαρχείο Θεσσαλονίκης για 10 ολόκληρα χρόνια, μέχρι το 1941.

Ο Δήμος Θεσσαλονίκης μπορεί να έβρισκε διάφορα μέρη, για να εγκαταστήσει τις υπηρεσίες του, όλες όμως αυτές οι λύσεις ήταν προσωρινού χαρακτήρα. Η Θεσσαλονίκη έπρεπε να αποκτήσει ένα δημαρχιακό μέγαρο άξιο της σπουδαιότητας της πόλης. Προς αυτήν την κατεύθυνση κινούνταν το νέο ρυμοτομικό σχέδιο της πόλης, το οποίο συντάχθηκε από τη διεθνή Επιτροπή Εμπράρ, μετά την καταστροφική πυρκαγιά του 1917. Το φιλόδοξο νέο σχέδιο της πόλης, ανάμεσα στις άλλες πρόνοιες, προέβλεπε τη δημιουργία ενός μνημιακού άξονα, στη δυτική πλευρά της πυρίκαυστης ζώνης, στον οποίο θα ανεγείρονταν ομοιόμορφες οικοδομές σε  νεοβυζαντινή αρχιτεκτονική. Ο ’ξονας θα ξεκινούσε από την περιοχή της παραλίας με μία πλατεία, τη σημερινή πλατεία Αριστοτέλους, θα συνέχιζε με μια μεγάλη οδό, τη σημερινή οδό Αριστοτέλους, η οποία θα κατέληγε και πάλι σε μια μεγάλη πλατεία, την σημερινή πλατεία Αρχαίας Αγοράς. Στην επάνω απόληξη του άξονα, σε μια μεγάλη έκταση, θα ανεγείρονταν κτίρια των  διοικητικών υπηρεσιών της Θεσσαλονίκης, τα οποία θα ήταν επίσης μνημειακού χαρακτήρα. Ανάμεσά τους θα βρίσκονταν τα Δικαστήρια της πόλης, καθώς και το νέο Δημαρχείο Θεσσαλονίκης, το οποίο θα κατασκευαζόταν σε οικόπεδο ακριβώς επάνω από την Εκκλησία Χαλκέων.

Το σχέδιο που πήρε το πρώτο βραβείο για το νέο Δημαρχείο της Θεσσαλονίκης, στο Διεθνή Αρχιτεκτονικό Διαγωνισμό που πραγματοποιήθηκε το 1924.Το 1924 με βάση και το νέο σχέδιο της πόλης, ο Δήμος Θεσσαλονίκης προκήρυξε διεθνή διαγωνισμό για την κατασκευή του Δημαρχείου της πόλης. Από το διαγωνισμό προέκυψαν τρία εξαιρετικά αρχιτεκτονικά σχέδια, που προέβλεπαν την ανέγερση ενός εντυπωσιακού Δημαρχιακού Μεγάρου. Όμως έκτοτε, η τύχη του διαγωνισμού, καθώς και των σχεδίων που προκρίθηκαν παρέμεινε άγνωστη. Η οικονομική δυσπραγία του Δήμου Θεσσαλονίκης, αλλά και της ελληνικής πολιτείας, πρέπει να ήταν υπεύθυνες για τη μη ολοκλήρωση του έργου. Κατά τη διάρκεια του μεσοπολέμου, το ελληνικό κράτος είχε να αντιμετωπίσει μεγάλα προβλήματα με την έλευση εκατομμυρίων προσφύγων, ενώ στη Θεσσαλονίκη, επιπλέον, μετά τη μεγάλη πυρκαγιά του 1917, που κατέστρεψε το μεγαλύτερο μέρος της πόλης, ήταν άλλα τα έργα που είχαν προτεραιότητα.

Το εγχείρημα για την ανέγερση του μεγάρου παρέμεινε ατελές, ενώ ο Δήμος Θεσσαλονίκης στεγαζόταν, ολόκληρη τη δεκαετία του 1930 στην οδό Εθνικής Αμύνης. Με την έναρξη των εχθροπραξιών στον ελληνοϊταλικό πόλεμο, οι υπηρεσίες του Δήμου μεταφέρθηκαν λίγο παραπάνω, στο κτίριο του ’συλου του Παιδιού, άγνωστο για ποιο λόγο. Από εκεί θα μεταφερθούν, εκ νέου, κατά τη διάρκεια της κατοχής, στο κτίριο της Χριστιανικής Αδελφότητας Νέων Θεσσαλονίκης. Όταν το κτίριο Χ.Α.Ν.Θ. επιτάχθηκε από τα στρατεύματα κατοχής, το 1943, ο Δήμος Θεσσαλονίκης, βρέθηκε σε κτίριο στην αρχή της οδού Μητροπόλεως, στο Νο8, κοντά στη πλατεία Ελευθερίας. Το κτίριο ήταν ιδιοκτησίας των Ισαάκ Χαΐμ Μποττόν και Ροβέρτον Χαΐμ Μποττόν και οι κεντρικές υπηρεσίες του Δήμου βρίσκονταν εκεί, όταν απελευθερώθηκε η πόλη.

Μετά τη λήξη του πολέμου, η χώρα μπήκε στην περιπέτεια της εμφύλιας διαμάχης και όλα τα σχέδια ανασυγκρότησης θα έπρεπε να περιμένουν άλλα 4 χρόνια. Με την αυγή της δεκαετίας του 1950, η Ελλάδα άρχισε σιγά-σιγά να επουλώνει τις πληγές της, η κατασκευή, όμως, των μνημειακών διοικητικών μεγάρων στη Θεσσαλονίκη θεωρούνταν πολυτέλεια για μια χώρα που είχε σημαντικότερες ανάγκες να εξυπηρετήσει. Στα τέλη της δεκαετίας του ’50 άρχισαν εκ νέου οι διεργασίες για την ανέγερση, κατ’ αρχήν του δικαστικού μεγάρου Θεσσαλονίκης. Όμως η ανακάλυψη, στο χώρο ανέγερσης, των σπουδαίων αρχαιοτήτων της αρχαίας ρωμαϊκής αγορά της πόλης, ματαίωσε, όχι μόνο την ανέγερση του δικαστικού μεγάρου, αλλά και όλων των άλλων, ανάμεσά τους και του δημαρχιακού.

Εντωμεταξύ, ο Δήμος Θεσσαλονίκης από το 1958, είχε μετακομίσει σε ένα μεγάλο κτίριο, στην οδό Βενιζέλου 45, το γνωστό Καραβάν – Σαράι. Το πολυώροφο κτίριο είχε κατασκευαστεί προπολεμικά, στη θέση του παλαιού και ομώνυμου χανιού της πόλης, για να λειτουργήσει ως ξενοδοχείο, όμως για άγνωστους λόγους είχε μείνει ημιτελές. Κατά τη διάρκεια του εμφυλίου πολέμου στο κτίριο είχαν φιλοξενηθεί οικογένειες προσφύγων από την ενδοχώρα, ενώ αργότερα το κτίριο ολοκληρώθηκε και ο Δήμος Θεσσαλονίκης, το 1958, εγκατέστησε εκεί τις υπηρεσίες του. Έκτοτε και μέχρι σήμερα οι υπηρεσίες του Δήμου βρίσκονται στο κτίριο αυτό.

Από τις αρχές της δεκαετίας του 1960, ο στόχος ανέγερσης ιδιόκτητου δημαρχείου για τη Θεσσαλονίκη πέρασε από πολλές διαφορετικές φάσεις. Η οριστική ματαίωση της ανέγερσής του στην πλατεία Δικαστηρίων έστρεψε το ενδιαφέρον των ανθρώπων της τοπικής αυτοδιοίκησης αλλού. Ήδη, από 1962 είχε εκπονηθεί νέα Χωροταξική Μελέτη για τη Θεσσαλονίκη, από την ομάδα του καθηγητή Γιάννη Τριανταφυλλίδη, η οποία εισηγούνταν τη δημιουργία ενός Διοικητικού και Πνευματικού Κέντρου για τη Θεσσαλονίκη, στην περιοχή που περικλείονταν από το Λευκό Πύργο, τα Κοιμητήρια της Ευαγγελίστριας, το ΑΠΘ και το Γ΄ Σώμα Στρατού.

Με βάση και τις προτάσεις αυτές άρχισαν οι διεργασίες για την εύρεση του κατάλληλου χώρου για την ανέγερση του νέου δημαρχιακού μεγάρου της πόλης. Έκτοτε προτάθηκαν πολλές διαφορετικές λύσεις, άλλοτε για την ανέγερση ενός νέου κτιρίου, (στο στρατόπεδο Τσιρογιάννη) και άλλοτε για την οριστική μετεγκατάσταση σε κάποιο από τα πολλά κτίρια που κοσμούσαν την πόλη (Παπάφειο Ορφανοτροφείο, Τελωνείο, κτίριο Γ΄ Σώματος Στρατού).

Μετά την Μεταπολίτευση, η ελληνική πολιτεία αποφάσισε να ρυθμίσει οριστικά το ζήτημα του νέου Δημαρχιακού Μεγάρου Θεσσαλονίκης. Το 1976 χωροθετήθηκε το στρατόπεδο Τσιρογιάννη για την ανέγερση του, ενώ λίγο αργότερα, το 1980, στον ίδιο χώρο, στο μισό οικόπεδο, χωροθετήθηκε και το κτίριο του σχεδιαζόμενου Βυζαντινού Μουσείου. Το 1984 παραχωρήθηκε ο χώρος στο Δήμο Θεσσαλονίκης και στο Υπουργείο Πολιτισμού για την ανέγερση του Μουσείου.

Έκτοτε ανέλαβε ο Δήμος Θεσσαλονίκης τις διαδικασίες για την ολοκλήρωση του έργου. Το 1986, με ομόφωνη απόφαση του Δημοτικού Συμβουλίου της πόλης, προκηρύχθηκε πανελλήνιος αρχιτεκτονικός διαγωνισμός για το νέο δημαρχιακό μέγαρο της πόλης. Ο διαγωνισμός ολοκληρώθηκε το 1988, με νικητή την πρόταση της ομάδας του καθηγητή του Μετσόβιου Πολυτεχνείου, Αν. Μπίρη. Και ενώ όλα ήταν έτοιμα για την ανέγερση του μεγάρου, επανεμφανίστηκαν οι παλαιές διαφωνίες για την καταλληλότητα του χώρου. Φορείς, πολίτες και παράγοντες της πόλης ενεπλάκησαν, για περισσότερα από 10 χρόνια, σε μία διελκυστίνδα για το εάν έπρεπε να ανεγερθεί νέο κτίριο ή εάν έπρεπε να χρησιμοποιηθεί κάποιο από τα ιστορικά μέγαρα της Θεσσαλονίκης.

Από τις αρχές του 21ου αιώνα, ο ίδιος, ο Δήμος Θεσσαλονίκης ανέλαβε να βγάλει την υπόθεση από το αδιέξοδο. Πιέζοντας φορτικά την πολιτεία κατάφερε, όχι μόνο να αποφασιστεί οριστικά η ανέγερση στο χώρο του πρώην στρατοπέδου Τσιρογιάννη, αλλά το 2000, να ενταχθεί το έργο στο πρόγραμμα Δημοσίων Επενδύσεων. Κατόπιν, προκηρύχτηκε ο διαγωνισμός για την ανέγερση του Μεγάρου και το 2005, ο δήμαρχος Θεσσαλονίκης υπέγραψε τελικά τη σύμβαση κατασκευής με την ανάδοχο εταιρεία.

Η κοινοπραξία για την ανέγερση του μεγάρου αποτελούνταν από τις εταιρείες, ΑΚΤΩΡ ΑΤΕ, Δομοτεχνική ΑΕ, Θεμελιοδομή ΑΕ, Ε.Τ.Ε.Θ. και ΤΕΡΝΑ Α.Ε. Η κατασκευή ξεκίνησε το 2006 και ολοκληρώθηκε 3 χρόνια αργότερα. Το νέο Δημαρχείο της πόλης είναι κτισμένο σε οικόπεδο 14.588 τ.μ. και αποτελείται από ένα σύμπλεγμα 4 βιοκλιματικών κτιρίων, με συνολική επιφάνεια 14.587,27 τ.μ., ενώ παράλληλα διαθέτει και υπόγειους χώρους στάθμευσης 1.000 θέσεων, επί συνολικής επιφανείας 30.000 τ.μ.. Στον περιβάλλοντα χώρο του Δημαρχείου υπάρχουν 5.220 τ.μ. πράσινου και 550 τ.μ. υδάτινων επιφανειών. Το έργο κόστισε 55.000.000 Ευρώ.

Στις 12 Οκτωβρίου 2009, πραγματοποιήθηκαν τα εγκαίνια από τον Δήμαρχο Θεσσαλονίκης, Βασ. Παπαγεωργόπουλο και η πόλη της Θεσσαλονίκης, μετά από 140 χρόνια, απέκτησε επιτέλους, ένα νέο και αντάξιο της ιστορίας της Δημαρχείο.